Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Τα κάλαντα στο Μέτσοβο



Τα κάλαντα στο Μέτσοβο τα παλαιότερα χρόνια τα έλεγαν την προπαραμονή Χριστουγέννων μετά τις 12 την νύχτα κι οι πόρτες των σπιτιών ήταν κλειστές. Όταν ακούγεται το «Άνιη μούλτς» (Χρόνια Πολλά!), τότε ανοίγει την πόρτα ο νοικοκύρης. 

Κάλαντα Μετσόβου

Κουλίντε, Μελίντε,

μπαγκάτσ του μίντε,

κα Χριστόλου σ’ αμιντά,

Σταμαρία φασκιουσί,

σαρμπατοάρε απιρί,

σ’ χαράοα ν’ αμβαρτί.

Ανίη μουλτσ σ’ μπανάτσ,

Μουλιέρι σ’ μπαρμπάτσ,

Κουλάτσι σ’ να ντάτσ.

Κόλιντρα, Μέλιντρα,

βάλτε το στο μυαλό,

ο Χριστός γεννήθηκε,

η Παναγιά φάσκιωσε,

γιορτή ξημέρωσε,

με χαρά μάς αγκάλιασε.

Χρόνια πολλά, να ζήσετε,

γυναίκες κι άντρες,

κουλούρια να μας δώσετε.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

 

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2024

Ο μικρός Χριστούλης



Ο μικρός Χριστούλης

Σε μια φάτνη ταπεινή
στα πολύ παλιά τα χρόνια
κάποια νύχτα σκοτεινή

μες στους πάγους και τα χιόνια.

Εγεννήθηκε μικρός
ο Χριστούλης μας παιδάκι
κι είχε απ’ τ’ άστρα πιο λαμπρό
το γλυκό του προσωπάκι.

Η μανούλα η καλή
η γλυκιά μας Παναγίτσα
τον κρατούσε σαν πουλί
στη ζεστή της αγκαλίτσα.

Ήρθαν μάγοι και βοσκοί
να τον δουν, να προσκυνήσουν
κι άγγελοι με μουσική
για να τον δοξολογήσουν.Κι ο Χριστούλης με χαρά


τα χεράκια του κουνούσε
κι έναν – έναν στη σειρά
όλους γύρω του ευλογούσε.


Είδα χτες το βράδυ στ’ όνειρό μου


Είδα χτες το βράδυ στ’ όνειρό μου
(Τέλλος ‘Αγρας)

Είδα χτες το βράδυ στ’ όνειρό μου,
το γεννημένο μας Χριστό,
τα βόδια επάνω του εφυσούσαν,
όλο το χνώτο τους ζεστό.

Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος,
και μέσα η φάτνη η φτωχική,
άστραφτε πιο καλά από μέρα,
με κάποια λάμψη μαγική.

Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι,
κι’ έμοιαζε τ’ άστρο από ψηλά,
πως θα καθίσει σαν κορώνα,
στης Παναγίτσας τα μαλλιά.

Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες,
τον προσκυνούσαν ταπεινά,
ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν,
κι’ έψελναν γύρω του «ωσαννά».

Μα κι’ από αγγέλους κι’ από μάγους,
δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,
όσο της Μάνας Του το στόμα,
και το ζεστό – ζεστό φιλί.

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο


Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο

(Κωστής Παλαμάς)

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.

Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι
κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.

Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.

Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

 

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΣ-ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


Ἀπὸ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ» ἔτος β´ τόμος τέταρτος τεῦχος 45, Χριστούγεννα 1949 ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ
 Χριστούγεννα, στὰ 1864, ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιά. Στ᾿ ἀγριεμένο πέλαγο δὲν φαινότανε πουθενὰ πανί. Μοναχὰ ἕνα μικρὸ καΐκι πάλευε μὲ τὸ χάρο ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ἤτανε ἑνὸς καπετὰν Γιώργη ἀπὸ τὴ Νάξο, φορτωμένο κρασιὰ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη. Ὅλη τὴ μέρα ἀγαντάριζε στὸν ἀγέρα, μὰ σὰν σκοτείνιασε, ὁ βοριὰς σκύλιαξε κ᾿ ἔσπασε τ᾿ ἄρμπουρο, ἔβγαλε καὶ τὸ τιμόνι ἀπὸ τὰ βελόνια. Οἱ ἄνθρωποι προφτάξανε καὶ ρίξανε τὴ βάρκα στὴ θάλασσα καὶ μπήκανε μέσα. Δὲν εἴχανε ἀλαργάρει ὥς μιὰ τουφεκιὰ